Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ἡ ἀληθινή ἀγάπη

Αποτέλεσμα εικόνας για τό πλησίασμα καί ἡ συναναστροφή μέ ἕνα ἅγιο φέρνει ἁγιοσύνη

Κανείς δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὰ μέτρα τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἂν δὲν ζήσει κρυφά, μέσα του, τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἀληθινὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅσοι δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὸ τὸν ἐφήμερο κόσμο.

Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀποκτήσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ντύνεται μαζὶ μ’ αὐτήν. Γίνεται θεοφόρος.

Αὐτὸς λοιπὸν ποῦ ντύθηκε τὸ Θεὸ, δὲν μπορεῖ νὰ ντυθεῖ μαζὶ μὲ τὸ Θεό καὶ τὴν κοσμικὴ ματαιοδοξία καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ὅποιος δὲν ἐγκαταλείψει ὅλα τὰ κοσμικὰ καὶ δὲ μισήσει τὴν κοσμικὴ ζωή του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής μου» (Λούκ. 14, 26).

Ἂν λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής του, πὼς ὁ Κύριος θὰ κατοικήσει μέσα του;


Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ὁ δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος τὴν τιμὴ τῆς ἐλεημοσύνης δὲν θὰ ἐπιτρέψει στὸν ἑαυτό του νὰ τὴν χάσει. Ὅταν λοιπὸν δώσεις ἐλεημοσύνη, νὰ εὐφραίνεσαι καὶ νὰ πεῖς: Δόξα σοι ὁ Θεός, ποὺ μὲ ἀξίωσες νὰ βρῶ κάποιον νὰ ἀναπαύσω.

Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος βρῆκε τὴν ἀγάπη, κάθε μέρα καὶ ὥρα τρώγει τὸ Χριστὸ κι ἀπὸ αὐτὸ γίνεται ἀθάνατος (Ἰω. 6, 58). Διότι «ὁ τρώγων ἀπὸ τὸν ἄρτο ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, ποτὲ δὲ θά πεθάνει».

Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος πού τρώγει ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς διότι «ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη» (Ἀ’ Ἰω. 4, 8). Ὅποιος ζεῖ στὴν ἀγάπη, λαμβάνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς καρπὸ τὴ ζωή, καὶ σ’ αὐτὸ τὸ κόσμο ὀσφραίνεται ἀπὸ τώρα ἐκεῖνο τὸν ἀέρα τῆς ἀνάστασης, στὸν ὁποῖο ἐντρυφοῦν οἱ κοιμηθέντες δίκαιοι.

Ἡ ἀγάπη στὸν ἁμαρτωλὸ. Μὴ μισήσεις τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Καὶ ἂν ἀπὸ θεῖο ζῆλο κινεῖσαι ἐναντίον του, κλάψε μᾶλλον γιὰ λογαριασμό του.

Καὶ γιατί νὰ τὸν μισεῖς; Τὶς ἁμαρτίες του νὰ μισήσεις καὶ νὰ εὐχηθεῖς γι’ αὐτόν, ποὺ ὁ διάβολος τὸν περιγελᾱ ὅπως καὶ ἐμᾶς ποὺ δὲν ἔχουμε ἀγάπη.

Καὶ γιατί, ἄνθρωπέ μου, μισεῖς τὸν ἁμαρτωλὸ μήπως τάχα εἶσαι δίκαιος ἐσύ; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη σου, ἀφοῦ δὲν ἔχεις ἀγάπη; Γιατί δὲν ἔκλαψες γι’ αὐτόν, ἀλλὰ τὸν καταδιώκεις;

Πῶς θὰ γίνεις ὅμοιος μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος δὲν ἀγανακτοῦσε κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ προσευχόταν γι’ αὐτούς;

Μερικοὶ ἄνθρωποι ἐξαιτίας τῆς ἀνοησίας τους ὀργίζονται ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν, γιατί πιστεύουν ὅτι ἔχουν διάκριση νὰ κρίνουν τὰ ἔργα τους.

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς προσευχῆς. Ἀρχίζει μὲ τὴ γεύση της (κατὰ τὴν προσευχή) καὶ ὁδηγεῖ τὸ νοῦ ἀχόρταγα στὸν πόθο της.

Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι λόγια. Δὲν εἶναι συναίσθημα. Δὲν εἶναι ἔρωτας. Δὲν εἶναι πληγὲς ἀβάστακτες. Δὲν εἶναι ἀπογοήτευση. Δὲν εἶναι ἐνοχὲς. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωή, ἐλπίδα, χαρά.

Εἶναι παρουσία Θεοῦ, ποὺ ἔρχεται νὰ κατοικήσει μαζί μας καὶ νὰ γίνει ὁ Νυμφίος τῆς ψυχῆς μας αἰωνίως.


Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὰ Εὐρεθέντα Ἀσκητικά» του Ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Ἰσαάκ,
Ἐπισκόπου Νινευΐ, τοῦ Σύρου.